Σάββατο, 12 Νοεμβρίου, 2022

Falsus in uno, falsus in toto?

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

41 4
ΜΙΧΆΛΗΣ ΤΟΠΑΛΊΔΗΣ

Μετά από ένα αδιέξοδο για τη λογική του δίωρο σε μια υπηρεσία, βγαίνει στο πεζοδρόμιο. Σκύβει το κεφάλι κι αρχίζει να μετράει τις πλάκες. Ενάμισι, τρία, τεσσεράμισι, έξι, εφτάμισι… Έτσι βολεύει στα βήματά του. Ενάμισι τη φορά. Εννιά, δέκα μισό, δώδεκα, δεκατρία μισό… Το μυαλό του έχει στραγγίσει. Θέλει να μη σκέφτεται τίποτε άλλο. Μόνο να μετράει. Όπως έκανε παιδί. Τότε για παιχνίδι. Τώρα για να νιώσει παιδί. Δεν μπορεί να καταλάβει την ανήλικη λογική των ενήλικων. Ίσως, αν νιώσει παιδί, διασκεδάσει το αδιέξοδό του. Δεκαπέντε, δεκάξι μισό, δεκαοκτώ, δεκαεννιά μισό, είκοσι, είκοσι ένα μισό…

Ακούει τη φωνή της. Σηκώνει το κεφάλι. Φτάνει δίπλα της. Κοντεύει τα είκοσι. Μιλάει στο κινητό της: «Λάθος! Είκοσι ένα, είκοσι δύο μισό, είκοσι τέσσερα, είκοσι πέντε μισό…». Την προσπερνάει σαστισμένος. Χαμηλώνει το βλέμμα και πάλι στις πλάκες. Συνεχίζει να μετράει. Από κει που το άφησε η φωνή της. Κι ας μην είναι σίγουρος για το σωστό. Είκοσι εφτά, είκοσι οκτώ μισό, τριάντα, τριάντα ένα μισό, τριάντα δύο, τριάντα τρία μισό…

Στα δεξιά του καθισμένος ένας ζητιάνος. Μπροστά στα πόδια του ένα κομμάτι από χαρτόκουτο. Το διαβάζει: «Λάθος! Τριάντα τρία, τριάντα τέσσερα μισό, τριάντα έξι, τριάντα εφτά μισό…». Τον προσπερνάει. Δε συνεχίζει το μέτρημα. Να δώσει βάση σ’ αυτό που διάβασε στο χαρτόνι ενός ζητιάνου; Αν είναι αυτό λάθος; Ανάμεσα σε δυο βήματα, δεν προλαβαίνει να επεξεργαστεί τα δεδομένα. Δεν βρίσκει και νόημα. Αρχίζει να σκέφτεται σα μεγάλος. Έχασε την ευκαιρία να νιώσει παιδί. Να παίξει το παιδί. Στα παιδικά παιχνίδια προσπερνάς το λάθος εύκολα. Χάνεις, κερδίζεις, ξαναρχίζεις, πάλι και πάλι. Και σου μένει η χαρά του παιχνιδιού. Στα παιχνίδια που σκαρώνεις μεγάλος στη ζωή, ή σου σκαρώνει αυτή;

Σταματάει στο φανάρι. Κόκκινο. Περιμένει και κοιτάζει τη βιτρίνα στην απέναντι γωνία. Πάνω στο σκονισμένο τζάμι, δίπλα απ’ το ενοικιαστήριο, ένα δάχτυλο είχε γράψει: «ΓΙΑΤΙ;». Ξέρει την απάντηση. Διότι ένα λάθος μέσα στα πολλά σωστά αρκεί. Κι όλη η συνέχεια λάθος. Αυτό είναι το τίμημα του να μην είσαι πια παιδί. Δέκα, είκοσι, πενήντα σωστά, κανείς δε θα μείνει σ’ αυτά. Μετά από ένα λάθος, στο τέλος είσαι λάθος! Και τι κάνεις; Το πας απ’ την αρχή; Και πότε θα φτάσεις εκεί που θέλεις; Ποιο είναι το σημαντικό; Να μη κάνεις λάθος, ή να φτάσεις;

Το φανάρι άναψε πράσινο, κόκκινο, ξανά πράσινο. Δε διασχίζει το δρόμο. Διστάζει. Τελικά, γυρίζει πίσω. Φτάνει στο ζητιάνο. Διαβάζει πάλι το χαρτόνι στα πόδια του: «Πεινάω». Το λάθος έφυγε. Αναθαρρεύει.

Συνεχίζει το πισωγύρισμα. Σιμώνει στην κοπέλα. Ακόμη μιλάει στο κινητό της: «Και πάλι είσαι λάθος. Το ένα λάθος δε διορθώνει το άλλο. Πρέπει να φτάσεις». Κοντοστέκεται μπροστά της. Την κοιτάζει και τα βλέμματα διασταυρώνονται. Το δικό του λέει «ευχαριστώ». Το δικό της, κάτι μάλλον όχι τόσο κολακευτικό γι’ αυτόν: “Άλλος ένας που την έκανε λαχείο…”. Παρ’ όλα αυτά, υπακούει στην προτροπή της. Στρέφει την πλάτη και παίρνει πάλι την αρχική του ρότα.

«Θα φτάσω. Οι αριθμοί ποτέ δεν ήταν το φόρτε μου. Όμως, θα φτάσω. Κι ας είμαι λάθος στο μέτρημα. Σωστά και λάθη, δικά μου. Στο τέλος, θα μετρηθώ με το όποιο λάθος. Όταν κι όπου φτάσω».

Προηγούμενο άρθρο
Επόμενο άρθρο

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ