Η ευρύτερη περιοχή της Σουρωτής ανήκε σε Τούρκους τσιφλικάδες, προς τα τέλη του 19ου αιώνα, οι οποίοι είχαν δημιουργήσει έναν μικρό οικισμό με τα κονάκια, στα οποία έμεναν οι ίδιοι και λίγα χαμηλά κτίσματα για τους υπηρέτες και τους κολλήγους. Αυτός ο μικρός οικισμός, που την περίοδο της τουρκοκρατίας ονομαζόταν «Σουρουκλί», σήμερα είναι ένα από τα ωραιότερα προάστια της Θεσσαλονίκης.
Η ιστορία της Σουρωτής, οι εκδοχές για την ονομασία της, αλλά και η εξαγορά πολλών κτημάτων της περιοχής από μεγαλοκτηνοτρόφο της Βλάστης περιγράφονται με μοναδικές λεπτομέρειες στο βιβλίο του Κώστα Ξενιώτη «Ο Ανθεμούς και η Σουρωτή», που εκδόθηκε με πρωτοβουλία της κοινότητας Σουρωτής. Στο βιβλίο γίνεται εκτενής αναφορά σε όλα τα στάδια που οδήγησαν στη σημερινή κοινότητα της Σουρωτής, μία περιοχή που το 1900 ανήκε σε πέντε Τούρκους μπέηδες, τους Μεμέζ Αλή, Αφούζ, Άγο Μολά και στα αδέρφια Ιμπραήμ και Μουσταφά Χαλίλ.

Οι πρώτοι γηγενείς κάτοικοι και η ζωή την περίοδο της Τουρκοκρατίας
Όπως τονίζεται στο βιβλίο η μία εκδοχή θέλει το όνομα να οφείλεται στη γη της περιοχής που καλλιεργούνταν εύκολα, καθώς «σουρούκ» στα τουρκικά σημαίνει: καλλιεργήσιμη γη. Σύμφωνα με τη δεύτερη εκδοχή η συγκεκριμένη περιοχή ήταν τόπος συνάντησης πολλών επαναστατημένων Ελλήνων και για αυτό ονομάστηκε από τους Τούρκους «Σουρακλί», που σημαίνει τόπος με κλέφτες. Σε αυτήν την περιοχή αρχικά υπήρχαν τέσσερα μεγάλα κονάκια με 25 μουσουλμάνους κατοίκους και ένα τζαμί, αλλά και αρκετά μικρότερα κτίσματα, ενώ στα κτήματα της περιοχής εργάζονταν και αρκετά άτομα από τα γειτονικά Βασιλικά. Μάλιστα, στο βιβλίο του ο κ. Ξενιώτης εξηγεί πως οι Τούρκοι είχαν δημιουργήσει και διάφορα πηγάδια στην ευρύτερη περιοχή, ωστόσο δε χρησιμοποιούσαν το υπόξινο νερό από την πηγή της Σουρωτής.
Μετά το 1910 η γενικότερη κατάσταση άρχισε να δημιουργεί ανησυχία στους Τούρκους τσιφλικάδες, οι οποίοι αποφάσισαν να πουλήσουν τα κτήματα τους και να φύγουν αρχικά στη Θεσσαλονίκη και στη συνέχεια στην Τουρκία. Επίσης, κάποια κτήματα νοικιάστηκαν σε Έλληνες από τα Βασιλικά. Ωστόσο, τα περισσότερα κτήματα της περιοχής πουλήθηκαν σταδιακά από τους Τούρκους τσιφλικάδες στον Εβραίο κτηματέμπορο Γιακώ Σαούλ Μοδιάνο.
«Με την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης ήδη οι περισσότεροι Τούρκοι είχαν φύγει από τον Ανθεμούντα. Στο Σουρουκλί εγκαταλείφθηκαν τα κονάκια και τα χαμόσπιτα και μόνο σε ορισμένα παρέμειναν λίγες οικογένειες Ελλήνων, από αυτές που δούλευαν στα τσιφλίκια. Αυτές αποτέλεσαν τους πρώτους γηγενείς Έλληνες κατοίκους της Σουρωτής», αναφέρεται χαρακτηριστικά στο βιβλίο του Κώστα Ξενιώτη.


Η εγκατάσταση κτηνοτρόφων της Βλάστης
Στην περιοχή – όπως αναφέρεται στο βιβλίο «ο Ανθεμούς και η Σουρωτή» – υπήρχαν κατάφυτες εκτάσεις και βοσκοτόπια και έτσι από πολύ παλιά, πριν το 1900, κατέβαιναν Βλάχοι κτηνοτρόφοι από τη Βλάστη Κοζάνης για να ξεχειμωνιάσουν με τα κοπάδια τους. Ανάμεσα τους και ο μεγαλοκτηνοτρόφος Χρήστος Λώλας, ο οποίος εκτιμάται ότι είχε πάνω από 4.000 γιδοπρόβατα και περίπου 100 τσομπανόσκυλα για φύλαξη. «Από το 1890 άρχισε κάθε φθινόπωρο να κατεβάζει τα κοπάδια του στη Σουρωτή για να ξεχειμωνιάσουν. Αρχοντάνθρωπος και καλοπληρωτής διατήρησε καλές σχέσεις με τους Τούρκους μπέηδες, οι οποίοι τον ήθελαν στα τσιφλίκια τους», τονίζεται στο ίδιο βιβλίο.
Με την παρακμή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και την εμφάνιση Βούλγαρων ληστών ο Χρήστος Λώλας άρχισε να πουλάει τα κοπάδια του και εγκαταστάθηκε στην Καβάλα, όπου παρέμεινε για αρκετά χρόνια. Ωστόσο, αργότερα κρίνοντας πως η Θεσσαλονίκη και η Χαλκιδική ήταν ασφαλέστερες περιοχές για την οικογένεια του ήρθε σε συμφωνία με το Γιακώ Σαούλ Μοδιάνο και σταδιακά αγόρασε τα τσιφλίκια των δύο Τούρκων μπέηδων στη Σουρωτή, ενώ πλέον το 1913 μετακομίζει εκεί και συνδέει το όνομα του με την περιοχή.

Η εγκατάσταση των προσφύγων και η σύγχρονη Σουρωτή
Το 1914 αρχίζουν να καταφτάνουν στη Σουρωτή οι πρώτοι πρόσφυγες από τη Θράκη και ειδικότερα από την περιοχή της Μανδρίτσας έχοντας μαζί τους λίγες χρυσές λίρες ραμμένες στα ζωνάρια και τις φόδρες των ρούχων τους και αρχικά εγκαταστάθηκαν σε άδεια τουρκικά σπίτια. Αργότερα, με την ανταλλαγή των πληθυσμών βρίσκουν καταφύγιο στη Σουρωτή και οικογένειες προσφύγων από τη Μικρά Ασία και την ανατολική Θράκη. Όπως τονίζεται στο βιβλίο, περίπου το 1923 η Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων κατέγραψε τις εκτάσεις από τα υπόλοιπα τρία τσιφλίκια των Τούρκων μπέηδων (τα δύο τα είχε ήδη αγοράσει ο Λώλας) και στη συνέχεια προχώρησε σε διανομή χωραφιών σε όλους τους πρόσφυγες.
Στο πέρασμα των ετών οι κάτοικοι της περιοχής ασχολήθηκαν με τη γεωργία, την κτηνοτροφία και τη σηροτροφία (παραγωγή μεταξιού), ενώ αρκετές οικογένειες είχαν και αμπέλια και έστελναν τα σταφύλια τους στη Θεσσαλονίκη. Μάλιστα, όσον αφορά τη σηροτροφία αξίζει να τονιστεί ότι στη Σουρωτή η εκτροφή ήταν συστηματική, ενώ ένας από τους επαγγελματίες της περιοχής είχε λάβει δύο χρονιές (1937 και 1939) το χρυσό βραβείο στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης για την καλλιέργεια μεταξόσπορου. Αργότερα, το 1964 κατασκευάστηκε στη Σουρωτή το κτίριο της κοινότητας, ενώ το 1965 έγινε η πρώτη διαμόρφωση της κεντρικής πλατείας και την ίδια χρονιά κατασκευάστηκε το εσωτερικό δίκτυο ύδρευσης και έτσι κάθε σπίτι είχε τη δική του παροχή νερού.







