Ίσως ήταν η μπόλια της γιαγιάς μου, που
μου έμαθε την αγάπη
και τώρα δεν μπορώ να μένω αδιάφορος με
τον πόνο του κόσμου.
Ίσως ήταν η γλυκύτητα του γέροντά μου,
που μ’ έκανε ευαίσθητο
και τώρα πονάω στ’ αντίκρυσμα της
διαστροφής του κοσμικού πνεύματος.
Παιδί του πολέμου, του παραλογισμού,
του τρόμου και της φτώχειας
και τώρα ένας γέρος με πλούσιες μνήμες
και στέρεη ωριμότητα
κραυγάζω με τους λογισμούς, που
γεννούν οι παλιές μου θύμησες
και τώρα ξανακούω τα τύμπανα αυτά που
συνόδευσαν τον ερχομό μου.
Ίσως είναι οι εμπειρίες, που σειρήνες
και καταφύγια σμίλεψαν την ψυχή μου
και τώρα τρομάζω στο άκουσμα των
βομβαρδισμών παιδιών και νοσοκομείων.
Ίσως είναι ο παραλογισμός της
αδράνειας των νέων μπροστά στο κενό
και τώρα πονάω μπροστά στο έρεβος, που
συνοδεύει το μέλλον τους.
Όπως και νά ‘χει αυτό που μετράει είναι
πως πονάω μπροστά σ’ αυτό που ζω
και τώρα δεν αντέχω τη σιωπή, την άγονη
θέαση του τρόμου που πλανάται,
το κενό που απλώνεται στα πόδια μου, με
τα παιδιά που δεν θα γεννηθούν
και τώρα πώς να τον αντέξω το νέο πόνο
που έρχεται αναπόφευκτα;
Ιωάννης Σχοινάς
Ποίηση: «Πονάω»






