Μέρος 3ο
ΕΒΙΤΑ ΖΙΟΥΔΡΟΥ, ΒΑ/ΜΑ, ειδικευμένη στο Η. Βασίλειο στα προβλήματα Λόγου, Επικοινωνίας & Μάθησης, Υπεύθυνη Κέντρων Λόγου & Μάθησης PlasisWorld

Επιμέλεια και Σύνταξη Κειμένου (Κύρια πηγή: Twachtman-Reilly J. et al., 2008, in Language, Speech, and Hearing Services in Schools, Vol.: 39, Number 2, pp. 261-272. “Addressing Feeding Disorders in Children on the Autism Spectrum in School-Based Settings: Physiological and Behavioral Issues” in Vol.: 39, Number 2, pp. 261-272. Language, Speech, and Hearing Services in Schools. https://doi.org/10.1044/0161-1461(2008/025)
Τα παιδιά που εµφανίζουν Διάχυτες Αναπτυξιακές Διαταραχές (∆ΑΦ) είναι γνωστό ότι δυσκολεύονται να διαχειριστούν εύκολα κοινωνικές καταστάσεις όπου οι προσδοκίες είναι απρόβλεπτες ή διφορούµενες. Για αυτά τα παιδιά, παρόμοιες καταστάσεις όπως παρατηρούνται κατά τη διάρκεια του φαγητού, µπορούν να επιταχύνουν αντιδραστικές συµπεριφορές, αποφυγή, φόβο και πανικό. Επιπλέον, ορισµένα σταθερά εδραιωµένα πρότυπα επαναλαµβανόµενης συµπεριφοράς, οι δυσκολίες νοητικής επεξεργασίας και ευελιξίας µπορεί να σταθούν εµπόδιο στην εκπαίδευση σίτισης και την θεραπευτική αλλαγή.
Δυσκολίες αυτορύθμισης, αυτοενημερότητας και αντίληψης χρόνου. Η δυσκολία του παιδιού στην αντίληψη του χρόνου και την αυτοενηµερότητα µπορεί να επηρεάσει την ικανότητα του να ολοκληρώσει το γεύµα, επειδή το παιδί µπορεί να πιστεύει ότι μπορεί να σηκωθεί επειδή «τελείωσε να τρώει», ακόμα και αν δεν έχει ολοκληρώσει το φαγητό του. Η αυτοενημερότητα συσχετίζεται και με δυσκολίες που αντιμετωπίζει το παιδί να ελέγξει σωστά την ποσότητα τροφής που καταναλώνει. Η λήψη τροφής πρέπει να είναι τόση όση χρειάζεται να διατηρήσει την υγεία του χωρίς να υποσιτισθεί ή να είναι παχύσαρκο.
Παρόμοιες δυσκολίες αυτορύθμισης και αυτοενημερότητας παρατηρούνται συχνά στα παιδιά που εµφανίζουν ∆ΑΦ επειδή δεν συνδέουν το εσωτερικό αίσθημα της πείνας µε την κατανάλωση τροφής (Wing, 1972/1980). Οι Kerwin et al. (2005) ανέφεραν ότι το 16,9% των γονέων παιδιών που εμφανίζουν ΔΑΦ ανέφεραν ότι τα παιδιά τους φαίνονται συνέχεια πεινασµένα. Ορισµένες ανεπίσηµες αναφορές έχουν επίσης σηµειώσει ότι τα παιδιά µε ∆ΑΦ φαίνεται να μην τρώνε όταν αισθανθούν πείνα αλλά με βάση εξωτερικά ερεθίσµατα που τους παρακινούν όπως πχ.: η παρουσία τροφής, ή η ώρα που παρατηρούν σε ένα ρολόι (Hart, 1989). Η όρεξη τους µπορεί να αυξηθεί ή να µειωθεί σαν αποτέλεσµα λήψης ψυχοτρόπων φαρµάκων (Volkmar & Wiesner, 2004).
Εάν η ρύθµιση της όρεξης ενός παιδιού δεν είναι επαρκής, ή δεν συνδέεται µε την κατανάλωση τροφής, αυτό αναγκάζει το παιδί να χρησιμοποιεί άλλες µεθόδους επανατροφοδότησης (π.χ., οπτική εµφάνιση της ποσότητας φαγητού που έχει αποµείνει στο πιάτο, χρόνος που περνάει στο τραπέζι κ.λπ.). Αυτό, µε τη σειρά του, θα µπορούσε να οδηγήσει όχι µόνο σε δυσκολία στην εκτίµηση του πότε τελειώνει το γεύµα, αλλά και σε υπερφαγία ή υποσιτισµό.
Νοητική ευελιξία. Οι διαταραχές στην νοητική ευελιξία έχουν βρεθεί να είναι ιδιαίτερα συχνές σε άτοµα που εµφανίζουν ∆ΑΦ. Αυτές οι διαταραχές χαρακτηρίζονται από «επίµονη, στερεότυπη συµπεριφορά και δυσκολίες στη ρύθµιση και διαµόρφωση των κινητικών πράξεων». Οι δυσκολίες αυτές αντικατοπτρίζονται σε πολλές από τις ιδιοσυγκρασιακές διατροφικές συµπεριφορές και τις τελετουργίες κατά τη διάρκεια των γευµάτων που έχουν καταγραφεί σε αυτόν τον πληθυσμό ατόμων που παρουσιάζουν ΔΑΦ, συµπεριλαµβανοµένης της επιµονής σε ένα συγκεκριµένο σκεύος ή κύπελλο, µέθοδο παρασκευής ή είδος τροφής, καθώς και συγκεκριμένες τελετουργίες που σχετίζονται µε το φαγητό.
Φόβος και άγχος. Ο φόβος των παιδιών για κάποιες τροφές αποτελούν ανασταλτικούς παράγοντες στην κατάποση και τη σίτιση. Ιδιαίτερα εµφανή είναι τα συµπτώµατα φόβου και άγχους σε παιδιά που έχουν αναγκαστεί στο παρελθόν να υποστούν πολυάριθµες ιατρικές διαδικασίες, ακόµη και όταν έχουν επιλυθεί τα οργανικά προβλήµατα που είχαν παλιότερα. Αυτό συχνά εκδηλώνεται ως συνεχιζόµενη αντίσταση σε νέες τροφές ή στη σίτιση από το στόµα. Ο φόβος, σε αυτές τις περιπτώσεις, µπορεί να σχετίζεται µε έναν πραγµατικό, αν και πλέον µη υπαρκτό, κίνδυνο πνιγµού, πόνου και δυσφορίας.
Οι αντιδράσεις φόβου των παιδιών µε ∆ΑΦ µπορεί να είναι δύσκολο να αποκωδικοποιηθούν, επειδή µπορεί να µην εκφράζονται έντονα από το παιδί, αλλά και επειδή µπορεί να µην σχετίζεται µε τους τυπικούς διατροφικούς κινδύνους πνιγµού ή εµέτου. Οι γονείς µπορούν µερικές φορές να εντοπίσουν πότε ξεκίνησε ένας φόβος, αν και µπορεί να εξακολουθούν να δυσκολεύονται να προσδιορίσουν την προέλευση του. Έρευνες που έγιναν γύρω από τη σχέση του φαγητού με τον φόβο, µαρτυρούν πως οι συµµετέχοντες που εμφανίζουν ∆ΑΦ επέδειξαν λιγότερο φόβο για βλάβη ή τραυµατισµό, αλλά υψηλότερο αριθµό φόβων για καταστάσεις (π.χ., πολυσύχναστα εµπορικά κέντρα, µικρά δωµάτια) ή/και ιατρικούς φόβους σε σχέση µε άλλες οµάδες σύγκρισης. Για τα παιδιά µε ∆ΑΦ, οι φόβοι, οι φοβίες και τα άγχη σχετίζονταν στενά µε προβληµατικές συµπεριφορές. Για τα άτοµα µε ∆ΑΦ οι επιπτώσεις του φόβου που μπορεί να αναπτύξουν για κάποια τροφή ή µια συγκεκριµένη πτυχή του γεύµατος µπορεί να επιφέρουν µια αρνητική αντίδραση πολύ πιο ισχυρή από την αναµενόµενη.
Κοινωνικές και γλωσσικές δεξιότητες. Η ώρα του γεύµατος συνήθως λαµβάνει χώρα σε ένα κοινωνικό πλαίσιο. Οι κοινωνικοί κανόνες είναι ενσωµατωµένοι στις ακολουθίες και µεσολαβούν στον τρόπο µε τον οποίο πρέπει να συμπεριφέρεται κανείς στη διάρκεια ενός γεύματος. Τα παιδιά που εµφανίζουν ∆ΑΦ βρίσκονται σε µειονεκτική θέση, επειδή τους είναι δύσκολο να κατανοήσουν και να εφαρµόσουν τους κοινωνικούς κανόνες. Αυτό µπορεί να οδηγήσει σε παραβιάσεις της αποδεκτής κοινωνικής συµπεριφοράς µε τη µορφή δυσάρεστων και αντιαισθητικών διατροφικών συνηθειών (π.χ., φτύνοντας ή παίζοντας µε το φαγητό).
Οι κοινωνικές απαιτήσεις του περιβάλλοντος µπορεί να οδηγήσουν σε αυξηµένο άγχος στο παιδί µε ∆ΑΦ, το οποίο θα µπορούσε να οδηγήσει σε µειωµένη όρεξη και άρνηση τροφής σε αυτό το περιβάλλον. Ακόµη οι διατροφικές συνήθειες των παιδιών επηρεάζονται από αλλαγές σε «καταστάσεις και ανθρώπους». Εποµένως, εάν οι γιατροί και οι δάσκαλοι θέτουν κοινωνικές απαιτήσεις στο παιδί- για παράδειγµα, συµµετοχή σε συζήτηση, αυτό µπορεί να περιπλέξει περαιτέρω τις καταστάσεις και να θέσει σε κίνδυνο την εµπειρία του γεύµατος.
Τα προβλήµατα κατανόησης που παρατηρούνται συχνά σε άτοµα µε ∆ΑΦ µπορούν επίσης να οδηγήσουν σε αποστροφή για το φαγητό. Σε µερικές περιπτώσεις, η δυσκολία του παιδιού να κατανοήσει πολλαπλές έννοιες λέξεων πιθανότατα το οδηγεί στην άρνηση να δοκιµάσει ένα συγκεκριµένο είδος τροφής (πχ κότα, κοτόπουλο). Ακόμα και αν η επιλεκτικότητα των τροφίµων δεν φαίνεται να σχετίζεται µε κάποιο φυσιολογικό πρόβληµα, µπορεί να είναι πολύ δύσκολο να προσδιοριστεί η πηγή της δυσκολίας σίτισης όταν η συµπτωµατολογία επεκτείνεται στη διατροφική συµπεριφορά.
ΕΠΙΤΥΧΗΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΩΝ ΣΙΤΙΣΗΣ ΣΕ ΠΑΙ∆ΙΑ ΜΕ ∆ΑΦ
Για όλους τους παραπάνω λόγους δυσκολίας που αντιμετωπίζουν τα παιδιά με ΔΑΦ και επειδή το φαγητό είναι μια υψηλά κοινωνική συμπεριφορά απαιτείται εντατική υποστήριξη και τροποποίηση της παραδοσιακής σίτισης. Συγκεκριµένες αλλαγές που θα επινοήσουμε για να απλοποιήσουμε τις διαδικασίες και τις προσδοκίες µας θα είναι ωφέλιµες στην ενίσχυση της προβλεψιµότητας εκ µέρους των παιδιών, στην µείωση των φόβων του άγχους τους και την αντιµετώπιση επαναλαµβανόµενων προτύπων συµπεριφοράς.






