Η ίδρυση της Θεσσαλονίκης από το βασιλιά Κάσσανδρο το 315 π.Χ. δεν ήταν δυνατό να μην επηρεάσει και την περιοχή του Ανθεμούντα. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι αρχαιολόγοι διαπίστωσαν πως μεγάλα τμήματα του πληθυσμού από την αρχαία Θέρμη και όλους τους γύρω οικισμούς ενίσχυσαν πληθυσμιακά τη νέα πόλη.
Μάλιστα, εργασίες για το αποχετευτικό δίκτυο των Βασιλικών, που πραγματοποιήθηκαν πριν από αρκετά χρόνια, έφεραν στο φως μοναδικά βυζαντινά ευρήματα, που δείχνουν πως το τοπίο άλλαξε ριζικά στην περιοχή τη Βυζαντινή περίοδο και πλέον αποκτά περισσότερο αγροτοβιοτεχνικό χαρακτήρα.
Και μπορεί το αποχετευτικό δίκτυο στα Βασιλικά να μην ολοκληρώθηκε, ωστόσο στα εντυπωσιακά ευρήματα από τις εργασίες του περιλαμβάνονται εκπληκτικής σημασίας εργαστηριακοί χώροι, αλλά και κλίβανοι, που αποδεικνύουν ότι οι κάτοικοι κατασκεύαζαν τους δικούς τους πλίνθους (τούβλα) για τα σπίτια της περιοχής.
Τα συγκεκριμένα στοιχεία περιλαμβάνονται στην έκδοση με τα πρακτικά επιστημονικής ημερίδας «Θέρμη η εν τω Θερμαίω κόλπω οικημένη» και συγκεκριμένα στο κεφάλαιο «Η όψιμη αρχαιότητα και η βυζαντινή περίοδος στην περιοχή της Θέρμης και των Βασιλικών» από τον αρχαιολόγο της Εφορείας Αρχαιοτήτων Περιφέρειας Θεσσαλονίκης, Περικλή Φωτιάδη.

Κεραμικά κτερίσματα τάφων, που εντοπίστηκαν στη Θέρμη.
Διάσπαρτοι οικισμοί & μετόχια
Από την αρχαιολογική έρευνα διαπιστώνεται ότι οι οικισμοί του Ανθεμούντα συνεχίζουν να υπάρχουν και μετά την ίδρυση της Θεσσαλονίκης, αλλά σημαντικά μικρότεροι σε μέγεθος και πιο αραιοκατοικημένοι. Οι περιοχές αυτές γίνονται πλέον αγροτικές, ενώ παρατηρείται και έντονη βιοτεχνική δραστηριότητα, καθώς εντοπίζονται εργαστήρια, τα οποία, συνήθως, έπρεπε να είναι μακριά από τις πόλεις.
Διαπιστώνεται, ακόμη, ότι σημαντική ήταν η μεταβολή και μετά τον 7ο αιώνα μ.Χ. και την Εικονομαχία με την ειρήνη που επέβαλαν οι ηγεμόνες της Μακεδονικής δυναστείας και την ανάπτυξη του Αγίου Όρους, ενώ το προηγούμενο διάστημα είχαν καταγραφεί σημαντικές καταστροφές στην ύπαιθρο από σλαβικά φύλα. Μάλιστα, για πρώτη φορά το 1047 σε έγγραφο της μονής Ιβήρων γίνεται αναφορά στο χωριό Σέδες.
Αργότερα σημαντικό ρόλο παίζουν και τα μετόχια των αγιορείτικων μονών στην περιοχή, καθώς μετατρέπονται σε μικρούς οικισμούς, που συνήθως περιλαμβάνουν άτομα που εργάζονται σε δικά τους κτήματα ή σε κτήματα των μονών. «Πρόκειται για μία συνήθη, στην κυρίως βυζαντινή περίοδο, πρακτική των ανθρώπων, που είχαν διαμορφώσει μία ιδιαίτερη εργασιακή σχέση με τα μετόχια δουλεύοντας για αυτά και εμπορευόμενοι προϊόντα, υπηρεσίες και μεταφορές», τονίζεται χαρακτηριστικά στο «Θέρμη η εν τω Θερμαίω κόλπω οικημένη».
Οι κλίβανοι των Βασιλικών
Στα Βασιλικά έχουν εντοπιστεί εξαιρετικά ευρήματα που μαρτυρούν ότι στην περιοχή υπήρχαν εργαστήρια τόσο για κεραμικά όσο και για πλίνθους. Συγκεκριμένα, ΝΔ του χειμάρρου της Γραμμοστίκειας, οι αρχαιολόγοι εντόπισαν έναν μεγάλο εργαστηριακό χώρο των παλαιοχριστιανικών χρόνων, που αποτελούνταν από δύο κεραμικούς κλίβανους, ο ένας από τους οποίους ημικυκλικός, ενώ βρέθηκαν τα δάπεδα από δύο δεξαμενές μαζί με τα θεμέλια των λασπόκτιστων τοιχωμάτων τους. Μάλιστα, «η ιδιαιτερότητα αυτού του χώρου είναι ότι συνέχισε να λειτουργεί με κάποιο τρόπο έως και τα μεταβυζαντινά χρόνια», αναφέρεται στην ίδια έκδοση.
Εργαστηριακός χώρος που εντοπίστηκε στα Βασιλικά.

Στη δυτική πλευρά των Βασιλικών και με αφορμή τις εργασίες για το αποχετευτικό δίκτυο της περιοχής «αποκαλύφθηκε ένας ακόμη μικρός κεραμικός κλίβανος, από τον οποίο δε σώζεται η θολωτή του κάλυψη. Διατηρεί, όμως, όλα τα κατώτερα τμήματα του», όπως υπογραμμίζεται στην έκδοση «Θέρμη η εν τω Θερμαίω κόλπω οικημένη». Όπως εξηγείται πρόκειται για έναν ορθογώνιο κλίβανο, όπου κατασκευάζονταν πλίνθοι. Μάλιστα, ο εντοπισμός τόσων κλιβάνων δείχνει ότι σχετίζεται με την οικοδομική δραστηριότητα, καθώς και ότι «δεν ήταν αναγκαία η μεταφορά από μακριά αυτού του οικοδομικού υλικού, ενώ φαίνεται ότι έχει άμεση σχέση με το παρακείμενο ρέμα, στα ΝΔ της Περιστεράς, όπου υπήρχε καθαρός πορτοκαλοκκόκινος πηλός».

Κλίβανος που βρέθηκε και πάλι στην περιοχή των Βασιλικών, κατά τη διάρκεια των εργασιών για το αποχετευτικό.
Ο αγωγός της Θέρμης
Από τα βασικά ευρήματα στην περιοχή της Θέρμης είναι ο μεγάλος κτιστός αγωγός, που διασχίζει το σημερινό οικισμό, μια θολωτή κατασκευή με επένδυση υδραυλικού κονιάματος με τετράγωνα φρεάτια καθαρισμού, της ρωμαϊκής – υστερορωμαϊκής περιόδου. Ο συγκεκριμένος αγωγός χρησιμοποιούνταν για την ύδρευση της Θεσσαλονίκης, ενώ τμήματα του έχουν εντοπιστεί και σε άλλες περιοχές.
Ο εκπληκτικός κτιστός ρωμαϊκός αγωγός που βρέθηκε σε ανασκαφή στη Θέρμη.

Επίσης, κατά τη διάρκεια εργασιών που σημειώθηκαν πριν από μερικά χρόνια πάλι στη Θέρμη, βρέθηκε «ακέραιη η υποθεμελίωση ενός ορθογώνιου κτιρίου κατοικίας, χωρισμένου σε δύο μεγάλους χώρους», ενώ διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για κτίσμα της βυζαντινής περιόδου, το οποίο κατοικούνταν από το 12ο έως και το 14ο αιώνα.
Στο συγκεκριμένο κεφάλαιο του βιβλίου «Θέρμη η εν τω Θερμαίω κόλπω οικημένη» γίνεται αναφορά και στον οικισμό Πισιώνα στα βορειοδυτικά των Βασιλικών από τον οποίο παραμένουν πλέον τα ερείπια ενός πύργου. Η συγκεκριμένη περιοχή, τη βυζαντινή περίοδο, υπήρξε μετόχι της μονής Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους.

*Στοιχεία από την έκδοση με τα πρακτικά επιστημονικής ημερίδας «Θέρμη η εν τω Θερμαίω κόλπω οικημένη» και συγκεκριμένα το κεφάλαιο «Η όψιμη αρχαιότητα και η βυζαντινή περίοδος στην περιοχή της Θέρμης και των Βασιλικών» από τον αρχαιολόγο της Εφορείας Αρχαιοτήτων Περιφέρειας Θεσσαλονίκης, Περικλή Φωτιάδη.





