Δευτέρα, 26 Φεβρουαρίου, 2024

Η κεντρική πολιτική δεν μπορεί να συνεχίζει να παραβλέπει το πρόβλημα μαρασμού της υπαίθρου!

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

του ΦΑΝΗ ΠΑΠΑ
Πολιτευτής - 1ος επιλαχών βουλευτής Ν.Δ. Β’ Θεσσαλονίκης

Μία από τις τάσεις της τελευταίας δεκαετίας στη χώρα μας, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, είναι η επιλογή των πολιτών να μετακομίσουν στα αστικά κέντρα, φεύγοντας από τα χωριά τους. Η πραγματικότητα αυτή αποτυπώθηκε με ξεκάθαρο τρόπο στην τελευταία απογραφή πληθυσμού, με τα συμπεράσματα να είναι πολλά. Το πρόβλημα σε όλη την επικράτεια είναι έντονο, αφού η ύπαιθρος τείνει να «αδειάσει» και είναι αναγκαίο να παρθούν γενναία μέτρα ώστε να αντιστραφεί το κλίμα.

Στην ΠΕ Θεσσαλονίκης, για παράδειγμα, οι περιοχές των Δήμων Χαλκηδόνας και Λαγκαδά είδαν τον πληθυσμό τους να μειώνεται περίπου κατά 10% σε σχέση με την απογραφή του 2011, δείγμα των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν σε καθημερινή βάση οι πολίτες, οι οποίες τους οδηγούν στην επιλογή να φύγουν από τον τόπο τους. Είναι γεγονός πως οι δημότες των δύο αυτών μεγάλων περιοχών της υπαίθρου της Θεσσαλονίκης έχουν ως κύρια ασχολία τους στο μεγαλύτερο ποσοστό τον πρωτογενή τομέα, με σημαντικό μέγεθος καλλιεργήσιμων εκτάσεων και ζωικού κεφαλαίου, που τα προηγούμενα χρόνια αποτελούσε τον βασικό οικονομικό αιμοδότη τους. Ωστόσο, όπως προκύπτει και από τα στοιχεία της πρόσφατης απογραφής, ο πρωτογενής τομέας, από μόνος του, δεν μπορεί -πλέον- να κρατήσει τον κόσμο στην ύπαιθρο, τουλάχιστον όχι με τα δεδομένα που ισχύουν σήμερα.

Βέβαια, στον αντίποδα, ενθαρρυντικά είναι τα στοιχεία που προέκυψαν από την πρόσφατη απογραφή για τους Δήμους Ωραιοκάστρου και Θέρμης, εκεί όπου όχι μόνο δεν σημειώθηκε μείωση του πληθυσμού, αλλά καταγράφηκε σημαντική αύξηση, της τάξης περίπου του 4%. Αυτό πιθανόν οφείλεται στο γεγονός ότι νέα ζευγάρια επιλέγουν να «ξεφύγουν» από το… χάος του κέντρου της Θεσσαλονίκης, κατοικώντας μόνιμα στις δύο αυτές ημιαστικές περιοχές, οι οποίες παρουσιάζουν έντονη ανοικοδόμηση. Όμως το Ωραιόκαστρο, η Θέρμη, αλλά και οι ημιαστικές περιοχές του Δήμου Πυλαίας – Χορτιάτη ή του Δήμου Θερμαϊκού διαφοροποιούνται από την υπόλοιπη ύπαιθρο της Β’ Θεσσαλονίκης, δεδομένου ότι τα αναπτυξιακά χαρακτηριστικά και οι προοπτικές τους πέραν της οικιστικής ανάπτυξης, εντοπίζονται κυρίως πιο έντονα στον δευτερογενή (μεταποίηση) και τον τριτογενή τομέα (υπηρεσίες, μεγάλα εμπορικά κέντρα, τουρισμός κλπ).

Συνεπώς, το πρόβλημα μαρασμού της υπαίθρου της Θεσσαλονίκης επηρέασε κατά βάση περιοχές που υπάρχουν μικρά αγροτικά χωριά. Ασφαλώς, για τη μείωση του πληθυσμού δεν μπορεί να ευθύνονται μόνο οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο πρωτογενής τομέας, καθώς το πρόβλημα είναι γενικότερο. Το σίγουρο βέβαια είναι ότι βασική ευθύνη φέρει και ο πολύ κακός σχεδιασμός του “Καλλικράτη”, ο οποίος δημιούργησε Δήμους εκτρώματα και αποσυντόνισε τις ζωές των κατοίκων σε πολλές περιοχές.

Πέραν, όμως της αδιαμφισβήτητης μείωσης πληθυσμού σε πολλούς «αγροτικούς» Δήμους ανά την Ελλάδα, το πιο ανησυχητικό σκέλος αφορά στην επιλογή των νέων να μην επιστρέφουν στα χωριά τους μετά την ολοκλήρωση των σπουδών τους σε Ελλάδα ή εξωτερικό. Από τη μία λοιπόν ένας σημαντικός αριθμός πολιτών επιλέγει να μετακομίσει σε περιοχές γύρω από το κέντρο της Θεσσαλονίκης και από την άλλη οι νέοι βλέπουν ότι η επιστροφή στον τόπο καταγωγής τους δεν θα αποτελέσει ιδανική επιλογή εξέλιξης της ζωής τους.

Προσωπικά, μεγάλωσα και συνεχίζω να κατοικώ και να δραστηριοποιούμαι επαγγελματικά στο Σοχό, μια ορεινή κωμόπολη της  Θεσσαλονίκης. Η καθημερινή μου επαφή με τους πολίτες τόσο της γενέτειρας μου όσο και των περιχώρων της Β’ Θεσσαλονίκης μου δίνει σαφή συμπεράσματα για το τι φταίει και ο πληθυσμός της υπαίθρου μειώνεται διαρκώς. Την περασμένη δεκαετία της κρίσης είδαμε με έντονη στενοχώρια τα χωριά μας να ερημώνουν και να μην θυμίζουν σε τίποτα τις παλιές ζωντανές εποχές. Σχολεία κλείνουν λόγω έλλειψης παιδιών, υπηρεσίες συγχωνεύονται και μεταφέρονται σε μεγαλύτερες περιοχές, ενώ κάτι αντίστοιχο συμβαίνει με τις υγειονομικές δομές και τη δημόσια συγκοινωνία. Είναι στο χέρι μας να αναζητήσουμε λύσεις και προοπτικές ώστε να αλλάξει η τρέχουσα στρεβλή και μίζερη κατάσταση. Είναι σημαντικό να παραμείνουμε στα χωριά μας, στα μέρη που μεγαλώσαμε, αλλά αυτό δεν μπορεί να συμβεί με ευχολόγια.

Απαιτείται κεντρική στρατηγική! Ένας ολοκληρωμένος εθνικός σχεδιασμός για την ανάταξη της πληγωμένης υπαίθρου. Η αυτοδιοίκηση δεν έχει τους πόρους και τις δυνατότητες να τρέξει από μόνη της μια τέτοια στρατηγική. Απαιτείται ουσιαστική στήριξη του πρωτογενούς τομέα, ορθολογικά αποκεντρωμένες δομές παιδείας ή υγείας, ενίσχυση και αναδιάρθρωση της δημόσιας συγκοινωνίας. Αυτά αποτελούν μόνο μερικά από τα νευραλγικά ζητήματα που χρήζουν βελτίωσης. Τι άλλο πρέπει να γίνει; Η λέξη “ανάπτυξη” περιλαμβάνει τα πάντα αλλά είναι πολύ γενική, ενώ στο μυαλό του καθενός μας υπάρχουν διαφορετικά δεδομένα. Ο μοχλός που μπορεί να κάνει πιο συγκεκριμένη την έννοια της λέξης “ανάπτυξη”, είναι οι στοχευμένες ιδιωτικές επενδύσεις τόσο στον πρωτογενή (αγροτικές εκμεταλλεύσεις) όσο και στο δευτερογενή τομέα (μεταποίηση), καθώς και οι δημόσιες επενδύσεις σε βασικές υποδομές, που επηρεάζουν την καθημερινότητα των πολιτών.

Βέβαια, επί δεκαετίες ακούγαμε τον όρο “ισόρροπη ανάπτυξη” χωρίς όμως αυτή να έχει μπει ποτέ στα σκαριά. Είναι χρέος μας, τα επόμενα χρόνια να αλλάξει η τρέχουσα στρεβλή και μίζερη κατάσταση στα χωριά μας. Η αναθεώρηση του “Καλλικράτη” και ο εξορθολογισμός του αποτελεί μονόδρομο! Όπως και μια ουσιαστική διαβούλευση με τους πολίτες παρόντες στις εξελίξεις, η οποία θα καταλήξει σε έναν ρεαλιστικό σχεδιασμό και μια στρατηγική συνεργασία μεταξύ των φορέων της κεντρικής διοίκησης και της αυτοδιοίκησης, αν θέλουμε να μιλούμε για ανάταξη και αναπτυξιακή προοπτική των περιοχών της υπαίθρου. Αν θέλουμε να βελτιώσουμε την καθημερινότητα όσων κατοικούν ήδη στα χωριά μας, ώστε να μην ερημώσουν περαιτέρω. Αν θέλουμε ειλικρινά να αρχίσουν να επιστρέφουν σιγά-σιγά οι νέες και οι νέοι, θα πρέπει επιτέλους να κατανοήσουμε ότι δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο…

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ